Πώς οι τράπεζες θα βοηθήσουν Δημόσιο και επιχειρήσεις να ανακάμψουν με 80 -85 δισ ευρώ

Πώς οι τράπεζες θα βοηθήσουν Δημόσιο και επιχειρήσεις να ανακάμψουν με 80 -85 δισ ευρώ
Άρθρο παρέμβαση του Μιχάλη Σάλλα στο Βήμα της Κυριακής
Mια πρόταση προκειμένου οι τράπεζες να αναλάβουν δράση στο πλαίσιο των συνεπειών της πανδημίας στηρίζοντας την ελληνική οικονομία αλλά και το Ελληνικό Δημόσιο προκειμένου και αυτές να σταθούν με αποτύπωμα ισχυρό στα οικονομικά δρώμενα της χώρας κατέθεσε ο κ. Μιχάλης Σάλλας σε άρθρο του στο Βήμα της Κυριακής.
Η ιδέα που αναλύεται έχει δύο σκέλη:
Από την μία οι τράπεζες να επιτέλσουν το ρόλο τους χρηματοδοτώντας τις επιχειρήσεις με μόχλευση κεφαλαίων που απελευθερώνονται λόγω των χαμηλότερων δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας  που επιβάλει η ECB στο πλαίσιο του κορωνοϊού.
Από την άλλη, τα πιστωτικά ιδρύματα να επενδύσουν σε oμολογιακή έκδοση Δημοσίου μη τακτής λήξης που δεν θα επιβαρύνει το χρέος, χωρίς οι ελληνικές τράπεζες να χάνουν ρευστότητα , αφού αναχρηματοδοτούνται από την ΕΚΤ.
Όπως σημειώνει ο κ. Σάλλας στο άρθρο του η  ΕΚΤ στο πλαίσιο αντιμετώπισης των συνεπειών της πανδημίας αποφάσισε τη χαλάρωση των δεικτών κεφαλαίου των ευρωπαϊκών τραπεζών.
Ο Συνολικός Δείκτης μειώνεται κατά 3-4 μονάδες στοιχείο το οποίο οδηγεί σε μια αποδέσμευση κεφαλαίων της τάξης των 11 δισ. ευρώ τα όποία μπρούν να μοχλευφθούν σε μία τριετία-τετραετία και με τον τρόπο αυτόν να χρηματοδοτηθούν επενδύσεις και δραστηριότητες στο ύψος των 80-85 δις ευρώ.
Χορηγώντας αυτά τα δάνεια οι τράπεζες κατ’ αρχήν μεταβάλουν τη σχέση των κόκκινων δανείων ως προς το συνολικό τους ενεργητικό και κατά δεύτερον δημιουργούν εργασίες , παράγουν κέρδη, και έτσι απομακρύνουν τον κίνδυνο κρατικοποίησης λόγω της αναβαλόμενης φορολογίας.
Συγχρόνως ωστόσο όπως υποστηρίζει ο κ. Σάλλας οι τράπεζες δεν έχουν άλλη επιλογή από την αποφασιστική συμμετοχή τους στην αποκατάσταση των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης του ΑΕΠ της χώρας.
Οι τράπεζες πρέπει να  επιταχύνουν την αποτελεσματική εξυγίανσή τους και να διαμορφώσουν ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη.
Το εγχείρημα με το APS Ηρακλής πρέπει να ολοκληρωθεί και να επιτύχει αναφέρει ο κ. Σάλλας.
Συγχρόνως οι τράπεζες θα πρέπει να επεκταθούν πιστωτικά και να ολοκληρώσουν το μετασχηματισμό του επιχειρηματικού τους μοντέλου στο πλαίσιο μετάβασης στην ψηφιακή εποχή.
Η βοήθεια την οποία μπορούν να παρέχουν σήμερα οι τράπεζες στο κράτος είναι η ενίσχυση της ρευστότητάς του χωρίς ουσιαστική επιβάρυνση στο χρέος. 
Η ιδέα είναι απλή και όπως αναφέρει ο κ. Σάλλας πρόκειται για την  έκδοση ενός μη τακτής λήξης ομολόγου το οποίο επιβαρύνει τα δημοσιονομικά μόνον με τους τόκους του. 
Αποτελεί δε επιλογή του Δημοσίου η ανπκατάσταση ή η λήξη του μετά από δεκαετίες.
Αναφερόμενος στην ελληνική κρίση χρέους επισημαίνει πως αν και η βιωσιμότητά του στηρίχθηκε κατ’ αρχήν στη σχέση χρέους προς ΑΕΠ (DEBT/ GDP) η οποία έπρεπε να βρίσκεται κάτω από το 120 η συζήτηση μεταφέρθηκε στις Ακαθάριστες Χρηματοοικονομικές Ανάγκες (Gross Financing Needs GFN ).
Πρόκειται για το συνολικό ποσό το οποίο απαιτείται για την εξυπηρέτηση του χρέους και για τη χρηματοδότηση των αναγκών του κράτους κάθε χρόνο.
Σύμφωνα με το ΔΝΤ ένας λόγος GFN/GDP μικρότερος του 15 είναι ικανός να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα του χρέους.
Επομένως η έκδοση ενός μη τακτής λήξης ομολόγου δεν επιβαρύνει σχεδόν καθόλου τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους δεδομένου ότι στον δείκτη υπολογίζονται μόνον οι τόκοι χωρίς τα χρεολύσια.
Με τις πρόσφατες επίσης διευκολύνσεις της ΕΚΤ τα ομόλογα του Δημοσίου αναχρηματοδοτούνται επομένως δεν στερούν ρευστότητα από τις τράπεζες.
Το κόστος των τοκομεριδίων θα υπερκαλύπτεται από τα έσοδα των εγγυήσεων που θα εισπράττει το Δημόσιο από το πρόγραμμα APS Ηρακλής.
Οι τράπεζες επομένως έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν σε τέτοιο ομόλογο δεδομένου ότι αυτή την περίοδο η έκθεσή τους σε τίτλους του Δημοσίου, ως ποσοστό επί των ενεργητικών τους είναι πιθανόν η χαμηλότερη σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Τα περιθώρια επομένως που υπάρχουν στις τράπεζες επιτρέπουν την έκδοση ενός μη τακτής λήξης ομολόγου άνω των 5 δισ ευρώ τουλάχιστον, που θα καλυφθεί από τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα.
Το ομόλογο αυτό μπορεί να αναχρηματοδοτηθεί από την EΚΤ ή και να μεταπωληθεί αρκεί να είναι σωστά τιμολογημένο.
Ενα περίπου αντίστοιχο ομόλογο έχει εκδώσει η Αυστρία λήξεως 2117 με τοκομερίδιο 2,1%.
Άρα το 2,1% είναι η κατώτερη τιμολόγηση για μια τέτοια έκδοση θα μπορούσε ενδεχομένως το τοκομερίδιο να είναι αντίστοιχο της τιμολόγησης που θα έχει η εγγύηση του Δημοσίου για το HAPS.
 
www.bankingnews.gr
www.worldenergynews.gr

worldenergynews.gr