Warning: file_exists(): open_basedir restriction in effect. File(//media/k2/items/cache/c70a9823ff3398531cdc34339872ae8c_M.jpg) is not within the allowed path(s): (E:/Inetpub/vhosts/worldenergynews.gr\;C:\Windows\Temp\) in E:\Inetpub\vhosts\worldenergynews.gr\httpdocs\lib.php on line 113

Warning: file_exists(): open_basedir restriction in effect. File(//media/k2/items/cache/c70a9823ff3398531cdc34339872ae8c_L.jpg) is not within the allowed path(s): (E:/Inetpub/vhosts/worldenergynews.gr\;C:\Windows\Temp\) in E:\Inetpub\vhosts\worldenergynews.gr\httpdocs\lib.php on line 113

Warning: file_exists(): open_basedir restriction in effect. File(//media/k2/items/cache/c70a9823ff3398531cdc34339872ae8c_M.jpg) is not within the allowed path(s): (E:/Inetpub/vhosts/worldenergynews.gr\;C:\Windows\Temp\) in E:\Inetpub\vhosts\worldenergynews.gr\httpdocs\lib.php on line 113

Warning: file_exists(): open_basedir restriction in effect. File(//media/k2/items/cache/c70a9823ff3398531cdc34339872ae8c_M.jpg) is not within the allowed path(s): (E:/Inetpub/vhosts/worldenergynews.gr\;C:\Windows\Temp\) in E:\Inetpub\vhosts\worldenergynews.gr\httpdocs\lib.php on line 113
Infobank: Η ακτινογραφία του κλάδου των Λιπασμάτων και οι επενδυτικές ευκαιρίες

Infobank: Η ακτινογραφία του κλάδου των Λιπασμάτων και οι επενδυτικές ευκαιρίες

Infobank: Η ακτινογραφία του κλάδου των Λιπασμάτων και οι επενδυτικές ευκαιρίες

Ο κλάδος των λιπασμάτων εμφανίζει περιθώρια σημαντικής ανάπτυξης, γεγονός που σχετίζεται με το υψηλό δυναμικό του αγροτικού τομέα της χώρας, το οποίο προσεγγίζει τα 40 εκ. στρέμματα καλλιεργήσιμης γης

Έντονη κινητικότητα παρουσιάζει ο κλάδος λιπασμάτων τα τελευταία χρόνια τόσο σε επίπεδο επενδύσεων, όσο και είσοδο νέων εταιρειών, καθώς αρκετοί αγρότες αναζητούν λύσεις μέσω των εισροών ώστε να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους σύμφωνα με μελέτη που εκπονήθηκε από τον Νικολαΐδη Αλέξη, Economic Research & Sectorial Studies Senior Analyst.
Παράλληλα οι τιμές αναμένεται να εμφανίσουν τάσεις σταθεροποίησης τα επόμενα χρόνια, καθώς θα αυξάνεται η παγκόσμια ζήτηση για την παραγωγή τροφίμων ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες σίτισης.
Σύμφωνα με μελέτη η ζήτηση των λιπασμάτων συνδέεται με το διαθέσιμο εισόδημα των παραγωγών και τις διακυμάνσεις των τιμών των πρώτων υλών. Επίσης, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η πορεία της αγροτικής παραγωγής και οι τιμές των –βασικών κυρίως- αγροτικών προϊόντων. Οι παράγοντες αυτοί τα τελευταία χρόνια έδρασαν ανασταλτικά στην κατανάλωση των προϊόντων του κλάδου.
Αναλυτικά, οι παραγωγοί τα τελευταία χρόνια προμηθεύονται ολοένα και χαμηλότερες ποσότητες λιπασμάτων –και γενικότερα γεωργικών εφοδίων- καθώς μετά την εκδήλωση της οικονομικής ύφεσης το διαθέσιμο εισόδημά τους έχει περιοριστεί από ένα συνδυασμό παραγόντων, όπως οι φορολογικές επιβαρύνσεις, το υψηλό κόστος παραγωγής (περίοδοι ανοδικών τιμών σε καύσιμα και λιπάσματα), οι περικοπές των επιστροφών ΦΠΑ, οι αυξήσεις στο τιμολόγιο ηλεκτρικού ρεύματος για αγροτική χρήση κ.λπ. Παράλληλα, μεγαλύτερη πτώση στη ζήτηση παρατηρήθηκε μετά την επιβολή των capital controls το καλοκαίρι του 2015.


 

Σύμφωνα με το Σύνδεσμο Παραγωγών & Εμπόρων Λιπασμάτων (ΣΠΕΛ), την καλλιεργητική περίοδο Ιούλιος 2016 – Ιούνιος 2017 η εγχώρια κατανάλωση λιπασμάτων μειώθηκε περαιτέρω κατά 8,7% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, στους 667.368 τόνους. Το επίπεδο αυτό είναι το χαμηλότερο που έχει καταγραφεί τα τελευταία 25 χρόνια, γεγονός που υποδεικνύει ότι οι καλλιέργειες υπολιπαίνονται σημαντικά.
Η πτώση εντοπίζεται και στις λιπαντικές μονάδες των βασικών θρεπτικών στοιχείων: άζωτο, φώσφορο και κάλιο. Αναλυτικά, την περίοδο 2016/17 οι μονάδες αζώτου μειώθηκαν σημαντικά σε ποσοστό 18%, στους 148.898 τόνους. Επίσης, ο φώσφορος υποχώρησε κατά 4,2%, στους 49.990 τόνους, ενώ το κάλιο κατά 8%, στο επίπεδο των 42.223 τόνων.


Τα τελευταία 7 χρόνια η κατανάλωση εμφανίζει σωρευτική υποχώρηση της τάξης του 24%, ποσοστό σημαντικό λαμβανομένης υπόψη της σταθερότητας των καλλιεργούμενων εκτάσεων (βλ. ενότητα για τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις και εκτάσεις), ενώ σε περίοδο 25ετίας η υποχώρηση υπερβαίνει το 65%. Η τάση συστηματικής υπολίπανσης ενέχει κινδύνους για την ποσότητα και ποιότητα της παραγωγής, καθώς δεν καλύπτονται οι ανάγκες θρέψης των φυτών, προκαλώντας έτσι την παραγωγική υποβάθμιση των εδαφών των αγροτικών περιοχών της χώρας.
Η μείωση του τελευταίου έτους είχε άμεση σχέση με τη γενικότερη αρνητική εικόνα που επικράτησε στον αγροτικό τομέα, με πολλές καλλιέργειες να εμφανίζουν  υποχώρηση τόσο στην ποσότητα και ποιότητα παραγωγής, όσο και στις αποδόσεις. Σύμφωνα με την Coceral, το 2017 ο συνολικός όγκος παραγωγής στα σιτηρά μειώθηκε κατά 22%, ενώ οι αποδόσεις υπολείπονταν κατά 13% του προηγούμενου έτους. Ειδικά στο σκληρό σιτάρι, η πτώση ξεπέρασε το 40%, με τις τιμές να διατηρούνται χαμηλές. Επίσης, προβλήματα αποδόσεων και ποιότητας προέκυψαν και σε ευαίσθητες καλλιέργειες όπως τα επιτραπέζια ροδάκινα.
Σύμφωνα με φορείς του κλάδου, τα καλλιεργούμενα φυτά, λόγω της έλλειψης των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών στο χώμα, δεν μπορούσαν να κρατήσουν τους καρπούς την άνοιξη, ενώ δυσκολεύτηκαν να τους θρέψουν μέχρι τη συγκομιδή.
Πάντως, αναφορικά με τα ημερολογιακά έτη, ο ΣΠΕΛ τονίζει ότι το 2017 καταγράφηκε άνοδος της αγοράς κατά 8%, στους 828.000 τόνους, ενώ περαιτέρω ανάκαμψη αναμένεται και για το 2018, καθώς τους πρώτους μήνες οι παραγγελίες για λιπάσματα καταγράφουν άνοδο. Ωστόσο, οι τάσεις βελτίωσης δεν μπορούν να αντισταθμίσουν ακόμα την προβληματική λίπανση των προηγούμενων ετών.



Επιχειρηματικές εξελίξεις

Η αγορά των λιπασμάτων, παρά τις πιέσεις που δέχεται τα τελευταία χρόνια λόγω της φθίνουσας κατανάλωσης, βρίσκεται σε αρκετά ενδιαφέρον στάδιο αναφορικά με τις επιχειρηματικές εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα σε μεγάλες εταιρείες.

Αρχικά, υπενθυμίζεται ότι η ELFE το καλοκαίρι του 2015 μεταβίβασε τις άδειες εκμετάλλευσης του εργοστασίου της Νέας Καρβάλης στη νέα θυγατρική ΕΛΛΑΓΡΟΛΙΠ Α.Β.Ε.Ε. Η τελευταία παραιτήθηκε του δικαιώματος εκμετάλλευσης των μονάδων στα τέλη του 2016, παραδίδοντας τις εγκαταστάσεις στην ELFE. Αμέσως μετά ιδρύθηκε η Λιπάσματα Νέας Καρβάλης Α.Ε., η οποία υπέγραψε με την ELFE συμφωνητικό μίσθωσης, ενώ ξεκίνησε διαδικασία για τη λήψη νέας άδειας λειτουργίας.

Πάντως, την τρέχουσα περίοδο η ΕΛΛΑΓΡΟΛΙΠ ασκεί ακόμα την παραγωγική διαδικασία, χρηματοδοτεί την αγορά πρώτων υλών και τα λειτουργικά έξοδα της βιομηχανίας, διακινεί αποκλειστικά τα προϊόντα και διαμορφώνει την τιμολογιακή πολιτική.

Η βιομηχανία από το 2012 χαρακτηρίζεται από υπολειτουργία λόγω υπέρογκων οφειλών και ζημιογόνων αποτελεσμάτων. Διαχρονικά, εμφανίζει μείωση του όγκου παραγωγής, καθώς ενίοτε δεν έχει τη δυνατότητα απόκτησης των απαραίτητων ποσοτήτων πρώτων υλών. Μάλιστα, τη φθινοπωρινή περίοδο του 2016 η παραγωγή είχε υποχωρήσει σε μεγάλο βαθμό λόγω απενεργοποίησης των περισσότερων εγκαταστάσεων του εργοστασίου, ωστόσο οι λειτουργίες επανήλθαν σε φυσιολογικούς ρυθμούς το Δεκέμβριο του ίδιου έτους.

Η ELFE εμφανίζει υψηλές οφειλές κυρίως στη ΔΕΠΑ από προμήθειες φυσικού αερίου, οι οποίες στα τέλη του 2017 ανέρχονταν στα €115 εκ., εμφανίζοντας διαρκή αύξηση. Το ζήτημα της διευθέτησης των χρεών της βιομηχανίας απασχολεί και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, λόγω των κινδύνων που προκύπτουν για την αγορά ενέργειας, αλλά και ενδεχομένων εμποδίων ενόψει της ιδιωτικοποίησης της ΔΕΠΑ. Μάλιστα, η υπόθεση των οφειλών προς τη ΔΕΠΑ έχει φτάσει στο στάδιο των δικαστικών μεθοδεύσεων.

Πάντως, προκειμένου σταματήσει να είναι ζημιογόνος η μονάδα της Νέας Καρβάλης, απαιτείται παραγωγή 400.000 τόνων το χρόνο, επίπεδο δύσκολο να επιτευχθεί από τη στιγμή που η εγχώρια κατανάλωση δεν υπερβαίνει τους 700.000 τόνους.

Επίσης, πρόσφατα ο κλάδος χαρακτηρίστηκε από τις αποχωρήσεις δύο σημαντικών επιχειρήσεων επεξεργασίας, των Sulphur Ελλάς και Life-T (Υγρά Λιπάσματα Θράκης). Αναλυτικά, η Sulphur διέκοψε τη λειτουργία της, κατέχοντας εδώ και χρόνια μερίδιο λίγο πάνω από το 10% της αγοράς. Η εταιρεία διέθετε σημαντικές υποδομές, όπως το ιδιόκτητο λιμάνι στο Σουσάκι Κορινθίας, εγκατάσταση με ικανότητα ενσάκισης 700 τόνων το 8ωρο και χώρους αποθήκευσης 60.000 τόνων χύμα λίπασμα, 30.000 τόνων σε σακιά και 20.000 τόνων θειάφι.

Η αποχώρηση της Sulphur δημιουργεί στην αγορά ένα κενό, το οποίο μπορεί να καλυφθεί από τους άλλους ανταγωνιστές του κλάδου.

Υπενθυμίζεται ότι η διοίκηση σχεδίαζε την πώληση της βιομηχανίας σε αυστριακή εταιρεία χημικών, κάτι το οποίο εν τέλει δεν πραγματοποιήθηκε λόγω την επιβολής των capital controls και της αβεβαιότητας που επακολούθησε.

Σε αντίθεση με τις δύο προαναφερθείσες αποχωρήσεις, ο κλάδος τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από κινητικότητα, τόσο σε επίπεδο επενδύσεων, όσο και είσοδο νέων εταιρειών, καθώς αρκετοί αγρότες αναζητούν λύσεις μέσω των εισροών ώστε να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους.
Χαρακτηριστικά, σημαντική επένδυση προ διετίας αποτέλεσε η νέα μονάδα της Eurochem στην αρχαία Κόρινθο, ενώ ως πιο πρόσφατες αναπτύξεις αναφέρονται το ενσακκιστήριο και τερματικός σταθμός της Yara Hellas στο Βόλο, η μονάδα της Χ. Μέγκλας στη Σίνδο και η μονάδα ανάμιξης των Αφών Γαβριήλ στην Καβάλα.

Διεθνείς τιμές πρώτων υλών

Τα τελευταία 5 χρόνια, οι διεθνείς τιμές των πρώτων υλών των λιπασμάτων (commodities) εμφανίζουν κατά κανόνα πτωτική τάση, με κάποιες ενδιάμεσες αυξομειώσεις, γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην είσοδο αρκετών νέων μονάδων παραγωγής φωσφόρου (τουλάχιστον 20 εργοστάσια, δυναμικότητας 5-6 εκ. τόνων το χρόνο). 
Ενδεικτικά, η τιμή της αμμωνίας (Gulf, spot) στις αρχές του 2015 διαμορφωνόταν στα $494 ανά τόνο, για να μειωθεί στα $317 στα τέλη του έτους (-35,8%) και στα $227 στα τέλη του 2016 (-28,4%). Ακολούθως, στο τέλος Δεκεμβρίου του 2017 ανέκαμψε στα $313 (+38%), ενώ στις 21.5.2018 διαμορφωνόταν στα $231 ανά τόνο.
Παρόμοιο μοτίβο εμφάνισαν και οι τιμές σε ουρία. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια του 2015 η τιμή Gulf της ουρίας μειώθηκε κατά 33,4%, από τα $332 στα $221 ανά τόνο. Το επόμενο έτος καταγράφηκε άνοδος 18%, το 2017 έκλεισε χωρίς σημαντική διαφοροποίηση, ενώ τους 5 πρώτους μήνες του 2018 καταγράφηκε νέα υποχώρηση της τάξης του 20%, στα $201,5 ανά τόνο.
Επίσης, στα τέλη Μαΐου 2018 η τιμή Gulf του UAN διαμορφωνόταν στα $170 ανά τόνο, ενώ του DAP στα $374 ανά τόνο. Οι τιμές των εν λόγω πρώτων υλών εμφάνισαν μικρότερες διακυμάνσεις συγκριτικά με την αμμωνία και την ουρία, ενώ το πρώτο φετινό πεντάμηνο κατέγραψαν ήπια άνοδο 1,8% και 3,6% αντίστοιχα σε σχέση με τις αρχές του έτους.
Διεθνείς φορείς προβλέπουν ότι τα επόμενα χρόνια οι τιμές θα εμφανίσουν τάσεις σταθεροποίησης, καθώς θα αυξάνεται η παγκόσμια ζήτηση για την παραγωγή τροφίμων ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες σίτισης.

Σύμφωνα με τον κο Νικόλα Γκουζέλο, Διευθύνοντα Σύμβουλο της IBHS, «Ο κλάδος των λιπασμάτων εμφανίζει περιθώρια σημαντικής ανάπτυξης, γεγονός που σχετίζεται με το υψηλό δυναμικό του αγροτικού τομέα της χώρας, το οποίο προσεγγίζει τα 40 εκ. στρέμματα καλλιεργήσιμης γης. Σύμφωνα με φορείς της αγοράς, η έκταση αυτή μπορεί να τροφοδοτήσει κατανάλωση λιπασμάτων ύψους 1,5 εκ. τόνων το χρόνο. Ωστόσο, προϋπόθεση ώστε ο κλάδος να επανέλθει σε ανοδική τροχιά αποτελεί η ενίσχυση των αγροτών, προκειμένου να τονωθεί η ρευστότητά τους και να μπορέσουν να ανταποκριθούν στο υψηλό κόστος παραγωγής και στις δανειακές τους υποχρεώσεις».


Ο συνολικός Κύκλος Εργασιών του δείγματος 31 εταιρειών επεξεργασίας και εισαγωγής λιπασμάτων το 2016 υποχώρησε περαιτέρω κατά 4,6% στα €372,43 εκ.
Η οριακή πλειοψηφία των επιχειρήσεων εμφάνισαν χαμηλότερα έσοδα συγκριτικά με το 2015, διαμορφώνοντας τη μέση μεταβολή Πωλήσεων στο -1,7% (έναντι +2,1% για το σύνολο των ελληνικών επιχειρήσεων).
Τα συνολικά λειτουργικά αποτελέσματα μειώθηκαν κατά 20%, στα 23,5 εκ., ενώ τα προ φόρων κέρδη υποχώρησαν σε ποσοστό 28,4%, στα €12,9 εκ. Η πτώση αυτή προήλθε από τις μεγαλύτερες κυρίως επιχειρήσεις του δείγματος.
25 εταιρείες το τελευταίο έτος είχαν λειτουργικά κέρδη, από τις οποίες οι 11 αύξησαν τα κέρδη της προηγούμενης χρήσης, 11 υπέστησαν κάμψη και 2 προήλθαν από ζημιές.
Αναφορικά με την αντίστοιχη κατανομή στον τομέα της προ φόρων κερδοφορίας, οι 22 από τις 31  επιχειρήσεις ήταν κερδοφόρες, με 10 από αυτές να βελτιώνουν τα ΚΠΦ του 2015, 8 να καταγράφουν μείωση και 3 να προέρχονται από αρνητικά αποτελέσματα. Επίσης, οι 5 από τις 9 ζημιογόνες εταιρείες κατάφεραν να περιορίσουν τις ζημιές τους.
Έτσι, η άνοδος κερδών για τη μέση εταιρεία του κλάδου διαμορφώθηκε στο +15,7%, έναντι +2,3% στο σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας.













www.worldenergynews.gr


Eleni Α