
Αναφορικά με τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τη σύνδεσή τους με τις τιμές της ενέργειας, αλλά και με την επίδρασή τους στις εγχώριες τιμές, η κ. Σδούκου υπογράμμισε πως το ζήτημα του κόστους είναι εξόχως σημαντικό διότι δεν αρκεί να έχεις διαθεσιμότητα ενέργειας, αλλά να είναι και όσο το δυνατόν πιο οικονομική
Το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει αυξημένη ενεργειακή ασφάλεια, τόνισε σε συνέντευξή της στο larissanet.gr η υφυπουργός Ενέργειας, Αλεξάνδρα Σδούκου, τονίζοντας μάλιστα πως η χώρα ζητά να γίνουν τομές στον ίδιο το σχεδιασμό της αγοράς ενέργειας για τη διαμόρφωση πιο δίκαιων τιμών.
Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά στη συνέντευξη που παραχώρησε, «πλέον, τα μηνύματα από την Ευρώπη είναι θετικά, καθώς στην ίδια ρότα στρέφονται περισσότερα κράτη-μέλη, ενώ η έκθεση Ντράγκι έθεσε τα πράγματα σε μια νέα κατεύθυνση».
Σε σχέση με την εκλογή Τραμπ και την ανατροπή των δεσμεύσεων των ΗΠΑ για το Κλίμα, η υφυπουργός απάντησε πως η «έμφαση του προέδρου Τραμπ στρέφεται προς το παρόν περισσότερο στον εγχώριο τομέα της ενέργειας και εκτείνεται διεθνώς κυρίως σε ό,τι αφορά το πετρέλαιο και το LNG. Διακηρυγμένος του στόχος είναι να ενισχύσει την παραγωγή του πετρελαίου, να χαλαρώσει τα αδειοδοτικά εμπόδια για εξορύξεις, να αποσύρει τις κλιματικές δεσμεύσεις και να στηρίξει τις εξαγωγές του υγροποιημένου φυσικού αερίου».
Αναφορικά με τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τη σύνδεσή τους με τις τιμές της ενέργειας, αλλά και με την επίδρασή τους στις εγχώριες τιμές, η κ. Σδούκου υπογράμμισε πως «το ζήτημα του κόστους είναι εξόχως σημαντικό διότι δεν αρκεί να έχεις διαθεσιμότητα ενέργειας, αλλά να είναι και όσο το δυνατόν πιο οικονομική. Αν πάρουμε τα επιμέρους ενεργειακά προϊόντα με τη σειρά, στο πετρέλαιο η όποια άνοδος της παραγωγής εκτιμάται ότι θα περιορίσει τις τιμές. Προς την ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και η πίεση που ασκεί η Ουάσιγκτον στους παραγωγούς του ΟΠΕΚ».
Συνέχισε δε, λέγοντας πως «πιο δύσκολα είναι τα πράγματα στο φυσικό αέριο, όπου είδαμε μια σημαντική άνοδο το τελευταίο εξάμηνο στο ευρωπαϊκό συμβόλαιο TTF. Πάντως, οι παρεμβάσεις που δρομολογεί η Κομισιόν σε συνδυασμό με μια πιθανή έναρξη συνομιλιών για την Ουκρανία λειτούργησαν «πυροσβεστικά» τις τελευταίες ημέρες και έριξαν την τιμή κατά 20% περίπου. Κατ’ επέκταση, η αγορά του αερίου χαρακτηρίζεται από έντονη μεταβλητότητα προς το παρόν. Σε δομικό επίπεδο, κλειδί για το άμεσο μέλλον θα είναι η προσθήκη νέας παραγωγής LNG διεθνώς, που θα αρχίσει να κατακλύζει την αγορά από το β’ εξάμηνο του 2025 και έπειτα. Πρόκειται για τεράστιους όγκους που θα πιέσουν τις τιμές προς τα κάτω, σύμφωνα με την πλειοψηφία των αναλυτών και με βάση τα έργα που έχουν συμβολαιοποιηθεί».
Για τα προγράμματα «Εξοικονομώ» και «Αλλάζω θερμοσίφωνα», η υφυπουργός σημείωσε ότι «Η προσπάθεια για εξοικονόμηση ενέργειας και αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος της χώρας είναι διαχρονική επιλογή της κυβέρνησης. Ο λόγος είναι ότι αποφέρει τεράστιο όφελος τόσο στους ίδιους τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, όσο και στην εθνική οικονομία σε όρους εμπορικού ισοζυγίου, απασχόλησης και εγχώριας προστιθέμενης αξίας.
Να θυμίσω ότι ως το 2030 θα πρέπει να αναβαθμιστούν πάνω από 400.000 κατοικίες που αντιστοιχούν στο 10% του συνολικού κτιριακού αποθέματος της χώρας. Έχουμε, λοιπόν, πολλή δουλειά μπροστά μας, αλλά τα μέχρι τώρα αποτελέσματα είναι άκρως ενθαρρυντικά.
Να αναφέρω ενδεικτικά ότι το «Εξοικονομώ» και το «Αλλάζω Σύστημα Θέρμανσης και Θερμοσίφωνα» δέχτηκαν πάνω από 120.000 αιτήσεις κατά τον πρώτο μήνα. Ταυτόχρονα τρέχουν άλλα πέντε κρίσιμα προγράμματα για σχολεία, παιδικούς σταθμούς, τουριστικά καταλύματα, ΔΕΥΑ και επιχειρήσεις. Επίσης, σημαντικό είναι ότι πρόσφατα, το ΥΠΕΝ ενέταξε στο Εξοικονομώ και τις πληγείσες – σεισμόπληκτες περιοχές της χώρας με αυξημένα ποσά επιχορηγήσεων».
Ερώτηση στην υφυπουργό τέθηκε και για τις ΑΠΕ.
«Οι ΑΠΕ σήμερα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά διεθνώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι θύμα της επιτυχίας τους. Η ραγδαία διείσδυση και το υψηλό επενδυτικό ενδιαφέρον ξεπερνούν κατά πολύ το ρυθμό ανάπτυξης των δικτύων και της αποθήκευσης, με αποτέλεσμα να έχουμε αναγκαστικές περικοπές παραγωγής και τον λεγόμενο κανιβαλισμό των έργων», τόνισε.
«Ο χρόνος πρόκειται να γιατρέψει αυτά τα προβλήματα, καθώς ήδη από φέτος η Ελλάδα θα αποκτήσει τα πρώτα έργα αποθήκευσης, ενώ οι δύο διαχειριστές προχωρούν με μεγάλα επενδυτικά προγράμματα ώστε να αποκτήσει η χώρα ένα υπερσύγχρονο δίκτυο», πρόσθεσε η υφυπουργός.
«Αν δούμε το θέμα σε διεθνή διάσταση, μια κρίσιμη μεταβλητή για τους πράσινους επενδυτές είναι η χρηματοδότηση. Τα τελευταία χρόνια είχαν πλεονέκτημα στους όρους και στη διαθεσιμότητα απέναντι στα ορυκτά καύσιμα και απομένει να φανεί αν θα αυτό θα συνεχιστεί στον ίδιο βαθμό. Παράλληλα, το ύψος των επιτοκίων επηρεάζει τη βιωσιμότητα των επενδύσεων», συμπλήρωσε.
«Σε γενικές γραμμές, πάντως, η πράσινη μετάβαση πρόκειται να συνεχιστεί διότι πολύ απλά αποτελεί μονόδρομο οικονομικά και κλιματικά. Οι ΑΠΕ έχουν το χαμηλότερο κόστος παραγωγής ηλεκτρισμού από κάθε άλλη τεχνολογία και ταυτόχρονα έχουν νόημα για χώρες που θέλουν να απεξαρτηθούν από τις ενεργειακές εισαγωγές» ανέφερε η κα Σδούκου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η τοποθέτηση της υφυπουργού στην ερώτηση σχετικά εμ τους ελληνικούς υδρογονάνθρακες και το έντονο ενδιαφέρον που έχει παρατηρηθεί τον τελευταίο καιρό από ξένες εταιρείες.
«Τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Έχετε δηλώσει πως θα ξεκινήσει εντός του έτους η πρώτη ερευνητική γεώτρηση στην Κρήτη. Τι περιμένουμε απ’ αυτή την γεώτρηση;
Σίγουρα υπάρχει πλέον περισσότερη αισιοδοξία σχετικά με τις προοπτικές να ανακαλυφθούν κοιτάσματα στη συγκεκριμένη περιοχή. Όμως, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι αποφάσεις ανήκουν αποκλειστικά στις εταιρείες του κλάδου και δεν θα πρέπει να τις προεξοφλούμε, ούτε να λέμε μεγάλα λόγια.
Επιβεβαιωμένα κοιτάσματα υπάρχουν μόνο αν γίνουν επιτυχημένες γεωτρήσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι κάθε γεώτρηση έχει πιθανότητες επιτυχίας που δεν ξεπερνούν το 20%, άρα παίζει και η τύχη σημαντικό ρόλο.
Πάντως, το γεγονός ότι την όλη προσπάθεια έχουν αναλάβει οι δύο μεγαλύτερες εισηγμένες πετρελαϊκές δίνει ώθηση και εξασφαλίζει τις μέγιστες πιθανότητες. Από την πλευρά μας, σαν Πολιτεία οφείλουμε να προχωρήσουμε γρήγορα με τις δικές μας ενέργειες σε περίπτωση που προκύψει ένα θετικό αποτέλεσμα και αυτό ακριβώς σκοπεύουμε να κάνουμε», απάντησε η κα Σδούκου.
www.worldenergynews.gr
Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά στη συνέντευξη που παραχώρησε, «πλέον, τα μηνύματα από την Ευρώπη είναι θετικά, καθώς στην ίδια ρότα στρέφονται περισσότερα κράτη-μέλη, ενώ η έκθεση Ντράγκι έθεσε τα πράγματα σε μια νέα κατεύθυνση».
Σε σχέση με την εκλογή Τραμπ και την ανατροπή των δεσμεύσεων των ΗΠΑ για το Κλίμα, η υφυπουργός απάντησε πως η «έμφαση του προέδρου Τραμπ στρέφεται προς το παρόν περισσότερο στον εγχώριο τομέα της ενέργειας και εκτείνεται διεθνώς κυρίως σε ό,τι αφορά το πετρέλαιο και το LNG. Διακηρυγμένος του στόχος είναι να ενισχύσει την παραγωγή του πετρελαίου, να χαλαρώσει τα αδειοδοτικά εμπόδια για εξορύξεις, να αποσύρει τις κλιματικές δεσμεύσεις και να στηρίξει τις εξαγωγές του υγροποιημένου φυσικού αερίου».
Αναφορικά με τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τη σύνδεσή τους με τις τιμές της ενέργειας, αλλά και με την επίδρασή τους στις εγχώριες τιμές, η κ. Σδούκου υπογράμμισε πως «το ζήτημα του κόστους είναι εξόχως σημαντικό διότι δεν αρκεί να έχεις διαθεσιμότητα ενέργειας, αλλά να είναι και όσο το δυνατόν πιο οικονομική. Αν πάρουμε τα επιμέρους ενεργειακά προϊόντα με τη σειρά, στο πετρέλαιο η όποια άνοδος της παραγωγής εκτιμάται ότι θα περιορίσει τις τιμές. Προς την ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και η πίεση που ασκεί η Ουάσιγκτον στους παραγωγούς του ΟΠΕΚ».
Συνέχισε δε, λέγοντας πως «πιο δύσκολα είναι τα πράγματα στο φυσικό αέριο, όπου είδαμε μια σημαντική άνοδο το τελευταίο εξάμηνο στο ευρωπαϊκό συμβόλαιο TTF. Πάντως, οι παρεμβάσεις που δρομολογεί η Κομισιόν σε συνδυασμό με μια πιθανή έναρξη συνομιλιών για την Ουκρανία λειτούργησαν «πυροσβεστικά» τις τελευταίες ημέρες και έριξαν την τιμή κατά 20% περίπου. Κατ’ επέκταση, η αγορά του αερίου χαρακτηρίζεται από έντονη μεταβλητότητα προς το παρόν. Σε δομικό επίπεδο, κλειδί για το άμεσο μέλλον θα είναι η προσθήκη νέας παραγωγής LNG διεθνώς, που θα αρχίσει να κατακλύζει την αγορά από το β’ εξάμηνο του 2025 και έπειτα. Πρόκειται για τεράστιους όγκους που θα πιέσουν τις τιμές προς τα κάτω, σύμφωνα με την πλειοψηφία των αναλυτών και με βάση τα έργα που έχουν συμβολαιοποιηθεί».
Για τα προγράμματα «Εξοικονομώ» και «Αλλάζω θερμοσίφωνα», η υφυπουργός σημείωσε ότι «Η προσπάθεια για εξοικονόμηση ενέργειας και αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος της χώρας είναι διαχρονική επιλογή της κυβέρνησης. Ο λόγος είναι ότι αποφέρει τεράστιο όφελος τόσο στους ίδιους τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, όσο και στην εθνική οικονομία σε όρους εμπορικού ισοζυγίου, απασχόλησης και εγχώριας προστιθέμενης αξίας.
Να θυμίσω ότι ως το 2030 θα πρέπει να αναβαθμιστούν πάνω από 400.000 κατοικίες που αντιστοιχούν στο 10% του συνολικού κτιριακού αποθέματος της χώρας. Έχουμε, λοιπόν, πολλή δουλειά μπροστά μας, αλλά τα μέχρι τώρα αποτελέσματα είναι άκρως ενθαρρυντικά.
Να αναφέρω ενδεικτικά ότι το «Εξοικονομώ» και το «Αλλάζω Σύστημα Θέρμανσης και Θερμοσίφωνα» δέχτηκαν πάνω από 120.000 αιτήσεις κατά τον πρώτο μήνα. Ταυτόχρονα τρέχουν άλλα πέντε κρίσιμα προγράμματα για σχολεία, παιδικούς σταθμούς, τουριστικά καταλύματα, ΔΕΥΑ και επιχειρήσεις. Επίσης, σημαντικό είναι ότι πρόσφατα, το ΥΠΕΝ ενέταξε στο Εξοικονομώ και τις πληγείσες – σεισμόπληκτες περιοχές της χώρας με αυξημένα ποσά επιχορηγήσεων».
Ερώτηση στην υφυπουργό τέθηκε και για τις ΑΠΕ.
«Οι ΑΠΕ σήμερα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά διεθνώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι θύμα της επιτυχίας τους. Η ραγδαία διείσδυση και το υψηλό επενδυτικό ενδιαφέρον ξεπερνούν κατά πολύ το ρυθμό ανάπτυξης των δικτύων και της αποθήκευσης, με αποτέλεσμα να έχουμε αναγκαστικές περικοπές παραγωγής και τον λεγόμενο κανιβαλισμό των έργων», τόνισε.
«Ο χρόνος πρόκειται να γιατρέψει αυτά τα προβλήματα, καθώς ήδη από φέτος η Ελλάδα θα αποκτήσει τα πρώτα έργα αποθήκευσης, ενώ οι δύο διαχειριστές προχωρούν με μεγάλα επενδυτικά προγράμματα ώστε να αποκτήσει η χώρα ένα υπερσύγχρονο δίκτυο», πρόσθεσε η υφυπουργός.
«Αν δούμε το θέμα σε διεθνή διάσταση, μια κρίσιμη μεταβλητή για τους πράσινους επενδυτές είναι η χρηματοδότηση. Τα τελευταία χρόνια είχαν πλεονέκτημα στους όρους και στη διαθεσιμότητα απέναντι στα ορυκτά καύσιμα και απομένει να φανεί αν θα αυτό θα συνεχιστεί στον ίδιο βαθμό. Παράλληλα, το ύψος των επιτοκίων επηρεάζει τη βιωσιμότητα των επενδύσεων», συμπλήρωσε.
«Σε γενικές γραμμές, πάντως, η πράσινη μετάβαση πρόκειται να συνεχιστεί διότι πολύ απλά αποτελεί μονόδρομο οικονομικά και κλιματικά. Οι ΑΠΕ έχουν το χαμηλότερο κόστος παραγωγής ηλεκτρισμού από κάθε άλλη τεχνολογία και ταυτόχρονα έχουν νόημα για χώρες που θέλουν να απεξαρτηθούν από τις ενεργειακές εισαγωγές» ανέφερε η κα Σδούκου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η τοποθέτηση της υφυπουργού στην ερώτηση σχετικά εμ τους ελληνικούς υδρογονάνθρακες και το έντονο ενδιαφέρον που έχει παρατηρηθεί τον τελευταίο καιρό από ξένες εταιρείες.
«Τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Έχετε δηλώσει πως θα ξεκινήσει εντός του έτους η πρώτη ερευνητική γεώτρηση στην Κρήτη. Τι περιμένουμε απ’ αυτή την γεώτρηση;
Σίγουρα υπάρχει πλέον περισσότερη αισιοδοξία σχετικά με τις προοπτικές να ανακαλυφθούν κοιτάσματα στη συγκεκριμένη περιοχή. Όμως, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι αποφάσεις ανήκουν αποκλειστικά στις εταιρείες του κλάδου και δεν θα πρέπει να τις προεξοφλούμε, ούτε να λέμε μεγάλα λόγια.
Επιβεβαιωμένα κοιτάσματα υπάρχουν μόνο αν γίνουν επιτυχημένες γεωτρήσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι κάθε γεώτρηση έχει πιθανότητες επιτυχίας που δεν ξεπερνούν το 20%, άρα παίζει και η τύχη σημαντικό ρόλο.
Πάντως, το γεγονός ότι την όλη προσπάθεια έχουν αναλάβει οι δύο μεγαλύτερες εισηγμένες πετρελαϊκές δίνει ώθηση και εξασφαλίζει τις μέγιστες πιθανότητες. Από την πλευρά μας, σαν Πολιτεία οφείλουμε να προχωρήσουμε γρήγορα με τις δικές μας ενέργειες σε περίπτωση που προκύψει ένα θετικό αποτέλεσμα και αυτό ακριβώς σκοπεύουμε να κάνουμε», απάντησε η κα Σδούκου.
www.worldenergynews.gr