Τελευταία Νέα
Απόψεις

Λάμπρος Τζούμης (Αντιστράτηγος ε.α.): Το χρονικό, οι χαμένες ευκαιρίες και τα λάθη στρατηγικής στο Κυπριακό ζήτημα

Λάμπρος Τζούμης (Αντιστράτηγος ε.α.): Το χρονικό, οι χαμένες ευκαιρίες και τα λάθη στρατηγικής στο Κυπριακό ζήτημα
Στόχος και πάγια επιδίωξη της Άγκυρας, όπως διατυπώθηκε από τον Αχμέτ Νταβούτογλου στο βιβλίο του «Το Στρατηγικό Βάθος, η Διεθνής Θέση της Τουρκίας», είναι η διατήρηση ή ο έλεγχος της στρατηγικής σημασίας νήσου Κύπρου
Προβληματισμό δημιουργεί το σκηνικό πολέμου που έχει στήσει η Τουρκία, στην κυπριακή ΑΟΖ, με τις συνεχείς Navtex και την παρεμπόδιση τoυ ιταλικού γεωτρύπανου να προχωρήσει σε προγραμματισμένες γεωτρήσεις.
Στόχος και πάγια επιδίωξη της Άγκυρας, όπως διατυπώθηκε από τον Αχμέτ Νταβούτογλου στο βιβλίο του «Το Στρατηγικό Βάθος, η Διεθνής Θέση της Τουρκίας», είναι η διατήρηση ή ο έλεγχος της στρατηγικής σημασίας νήσου Κύπρου, παράλληλα με τη συμμετοχή της στην εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου. Είναι γνωστή η ρήση του Σολωμού: «Το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές». Για το λόγο αυτό  είναι σκόπιμο να εξετάσουμε τις χαμένες ευκαιρίες και τις λάθος στρατηγικές που έγιναν διαχρονικά στο εθνικό θέμα του «Κυπριακού» και μας οδήγησαν στη σημερινή πραγματικότητα.


Στις 4 Ιουν. 1878 με συμφωνία που υπογράφηκε στην Κωνσταντινούπολη, παραχωρήθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Βρετανία η Κύπρος υπό τη μορφή εκμίσθωσης, σε αντάλλαγμα της υποστήριξης που θα παρείχε η Βρετανία στο ΣουλτάνοΑμπντούλ Χαμίτ Β΄, για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης προέλασης της Ρωσίας στην ασιατική Τουρκία. Είχαν προηγηθεί ο Ρωσο-Τουρκικός πόλεμος (1877 - 1878) και η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (3 Μαρ. 1878), η οποία προέβλεπε την απομάκρυνση των Οθωμανών από την Ευρώπη και η δημιουργία της «Μεγάλης Βουλγαρίας». Η οθωμανική αυτοκρατορία τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο εκτός από την ανάγκη συνδρομής της Βρετανίας σε στρατιωτική βοήθεια απέναντι στη ρωσική επακτατικότητα απαιτούσε και τη στήριξη αυτής στο επικείμενο συνέδριο του Βερολίνου (Ιουλ. 1878), το οποίο συγκλήθηκε κάτω από την αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων, για την ανατροπή των γεωπολιτικών δεδομένων της εποχής, που είχε επιφέρει η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, την αναθεώρηση της οποίας θα συζητούσαν. Τριάντα έξη χρόνια αργότερα στις 5 Νοεμβρίου 1914, η Βρετανία κήρυξε άκυρη τη Συμφωνία του 1878 με την οποία ενοικίαζε την Κύπρο από τους Οθωμανούς και προσάρτησε αυτή, όταν η Τουρκία αναμείχθηκε στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας και εναντίον της Βρετανίας. Στην Ελλάδα οι απόψεις της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, βασιλιά και πρωθυπουργού για συμμετοχή στον πόλεμο ήταν διαμετρικά αντίθετες. Ο Κωνσταντίνος γερμανικής καταγωγής ήταν υποστηρικτής της ουδετερότητας ή της εισόδου της Ελλάδας στο γερμανικό στρατόπεδο, ενώ ο Βενιζέλος πίεζε για είσοδο στον πόλεμο στο πλευρό των δυνάμεων της Αντάντ. Η διάσταση απόψεων οδήγησε σε ρήξη, ο Κωνσταντίνος ζήτησε την παραίτηση του Βενιζέλου και νέος πρωθυπουργός έγινε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης. Τον Οκτ. 1915 η Σερβία δέχτηκε επίθεση από τους Βούλγαρους και οι συμμαχικές δυνάμεις της Αντάντ κλήθηκαν να βοηθήσουν. Την ημέρα της εισβολής η Βρετανία ζήτησε από την Ελλάδα την είσοδο στον πόλεμο και σε αντάλλαγμα θα παραχωρούσε στην Ελλάδα την Κύπρο, οποιαδήποτε και εάν ήταν η έκβαση του πολέμου. Ο Ζαΐμης που δέχθηκε την πρόταση από το Βρετανό Πρέσβη στην Αθήνα, επιφυλάχθηκε για την απάντηση, ζητώντας χρόνο για να δει τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Μετά από δύο μέρες η απάντηση που εστάλη με τηλεγράφημα στο Λονδίνο ήταν αρνητική, αλλά εκφραζόταν η ευγνωμοσύνη της κυβέρνησης Ζαΐμη για την προσφορά. Οι δικαιολογίες των γερμανόφιλων κύκλων για την άρνηση ήταν οι κίνδυνοι που θα διέτρεχαν οι ελληνικοί πληθυσμοί της Τουρκίας και της Βουλγαρίας, εάν η Ελλάδα πολεμούσε εναντίον των χωρών αυτών. Σύμφωνα με την άποψη αυτή οι Έλληνες της Κύπρου δεν κινδύνευαν κάτω από τη βρετανική διοίκηση, όποια και αν ήταν η ελληνική επιλογή στρατοπέδου. Λίγες ημέρες αργότερα η κυβέρνηση Ζαΐμη παραιτήθηκε, έχοντας απορρίψει τη βρετανική προσφορά για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και το πολωτικό κλίμα ανάμεσα σε βενιζελικούς και φιλοβασιλικούς οδήγησε την Ελλάδα στον εθνικό διχασμό. Το 1923 με τη συνθήκη της Λωζάννης επιβεβαιώνεται η προσάρτηση της Κύπρου από τη Βρετανία και αξίζει να αναφερθούμε σε δύο άρθρα αυτής :

-               Άρθρο 20 : «Η Τουρκία δηλοί ότι αναγνωρίζει την προσάρτησιν της Κύπρου ανακηρυχθείσαν υπό της Βρετανικής Κυβερνήσεως την 5ην Νοεμβρίου 1914.»

-               Άρθρο 21: «Οι Τούρκοι, οι εγκατεστημένοι εν τη νήσω Κύπρω κατά την 5ην Νοεμβρίου 1914, θα αποκτήσωσιν, εφ’ οις όροις προβλέπει ο εγχώριος νόμος, την βρετανικήν ιθαγένειαν, αποβάλλοντες ως εκ τούτου την τουρκικήν.»

Τον Οκτ. 1931 σημειώθηκαν εκτεταμένες ταραχές στην Κύπρο λόγω της αυταρχικής διακυβέρνησης των Άγγλων και η ελληνοκυπριακή εξέγερση κατεστάλη βιαίως από το αποικιακό καθεστώς. Η τότε ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε να συνδράμει τους Ελληνοκυπρίους και με δηλώσεις του ο Ελ. Βενιζέλος αποδοκίμασε τις ταραχές και απέδωσε ουσιαστικά όλη την ευθύνη στους ελληνοκυπρίους αφήνοντας ασχολίαστη τη σκληρή στάση που κρατούσαν οι αποικιακές δυνάμεις καταστολής στο νησί. Την πολιτική του Βενιζέλου ακολούθησαν και οι μετέπειτα ελληνικές κυβερνήσεις και την επαναβεβαίωσαν με την άρνηση να ανακινήσουν το ζήτημα της ένωσης. Χαρακτηριστική της όλης προσέγγισης του θέματος από τις ελληνικές κυβερνήσεις και με αφορμή τη διενέργεια του ενωτικού δημοψηφίσματος στη μεγαλόνησο τον Ιαν. 1950, στο οποίο 95,7 % ψήφισαν υπέρ, ήταν οι επισημάνσεις του τότε πρωθυπουργού Νικολάου Πλαστήρα που είχε πει στο Μακάριο: «Εγώ, παπά μου, με την Αγγλία δεν τα βάζω», καθώς επίσης και οι δηλώσεις του τότε αντιπροέδρου της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου, ότι: «Η Ελλάς αναπνέει σήμερον με δύο πνεύμονας, τον μεν αγγλικόν, τον δε αμερικανικόν. Δεν ημπορεί, λόγω του Κυπριακού, να διακινδυνεύσει από ασφυξίαν».

Μέσα στο κλίμα αυτό και την ιδεολογική σύγκρουση στο εσωτερικό της ελληνοκυπριακής κοινότητας με την είσοδο στην πολιτική σκηνή του νησιού του κομουνιστικού κόμματος με την ονομασία Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζομένου Λαού (ΑΚΕΛ), στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ανήλθε ο Μακάριος. Το 1954 η τότε ελληνική κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος υιοθέτησε το κυπριακό αίτημα για αυτοδιάθεση και ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και προσέφυγε στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Η προσφυγή δεν είχε αποτέλεσμα, καθόσον ο χρόνος αλλά και το περιεχόμενο της ελληνικής προσφυγής αποδείχτηκε προβληματικό αφού δημιουργούσε σύγχυση και δυσμενή διεθνή απήχηση για το αίτημα της αυτοδιάθεσης που ταυτιζόταν με αυτό της εδαφικής διεκδίκησης. Η διεθνοποίηση του θέματος έφερε στο προσκήνιο την Τουρκία η οποία πρόβαλλε τις αξιώσεις της, εκμεταλλευόμενη την αυξημένη γεωστρατηγική της σημασία ως αντιστάθμισμα της ελληνοκυπριακής πληθυσμιακής υπεροχής. Η αναποτελεσματικότητα αποφάσεων του ΟΗΕ ακόμα και με βάση την επίκληση του διεθνούς δικαίου επισημαίνεται από ένα έμπειρο έλληνα πολιτικό και διπλωμάτη τον Παναγιώτη Πιπινέλη, ο οποίος το 1955 αναφέρει : «Τα ηνωμένα Έθνη αποτελούν πολιτικόν καθαρόν οργανισμό, όπου τα κράτη μέλη αυτού κανονίζουν την στάσι των, προ πάντως επί τη βάσει των συμφερόντων των». Ένα χρόνο μετά την ελληνική προσφυγή στον ΟΗΕ η Βρετανία προχώρησε στη σύγκλιση τριμερούς διάσκεψης για το κυπριακό στο Λονδίνο, αναγνωρίζοντας και επισήμως την Τουρκία ως ενδιαφερόμενο μέλος.

Την 1η Απριλίου 1955 αρχίζουν ένοπλες επιχειρήσεις της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ), επικεφαλής της οποίας τίθεται ο απόστρατος συνταγματάρχης Γεώργιος «Διγενής» Γρίβας, οι οποίες περιελάμβαναν συνδυασμό ανορθόδοξου πολέμου, πολιτικές κινητοποιήσεις, παθητική αντίσταση, κ.λπ, με στόχο την αποτίναξη του βρετανικό αποικιακού καθεστώτος και την «Ένωσιν» με τη μητέρα-πατρίδα Ελλάδα. Παρά το αίμα που χύθηκε και τους αγωνιστές που έδωσαν τη ζωή τους (Καραολής, ΔημητρίουΠαλληκαρίδηςΑυξεντίου κ.ά.), ο στόχος της «Ένωσης» δεν επιτεύχθηκε. Οι συνομιλίες μεταξύ των Άγγλων και Μακαρίου που συνεχίσθηκαν μέχρι το 1958 δεν είχαν αποτέλεσμα και οδήγησαν στην εξορία του στις Σεϋχέλλες, όταν απέρριψε τις προτάσεις των Βρετανών που πρότειναν μια μορφή αυτοδιοίκησης, αλλά η ελληνοκυπριακή θέση ήταν «ένωση και μόνο ένωση». Αποκορύφωμα ήταν η εκπόνηση του σχεδίου «Μακμίλαν», δηλ. του Βρετανού πρωθυπουργού, που προέβλεπε την εγκαθίδρυση στην Κύπρο ενός καθεστώτος τριπλού «συνεταιρισμού» μεταξύ Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας. Το σχέδιο ήταν επικίνδυνα διχοτομικό, αναγνώριζε τον ισότιμο ρόλο της Τουρκίας στο Κυπριακό και επανέφερε μιας νομικής μορφής τουρκικής επικυριαρχίας στην Κύπρο, παρόλο που αυτή είχε τυπικά τερματιστεί με τη Συνθήκη της Λωζάννης. Η Τουρκία ανταποκρίθηκε θετικά, σε αντίθεση με την ελληνική κυβέρνηση του απέρριψε το σχέδιο, αλλά ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής διαφώνησε με τον Μακάριο ο οποίος πρότεινε την αποχώρηση της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ. Μέσα σ΄ αυτό το κλίμα ο Μακάριος θορυβημένος από το ενδεχόμενο της μονομερούς επιβολής του βρετανικού πλαισίου λύσης πραγματοποίησε για πρώτη φορά δημόσια στροφή προς τη λύση της ανεξαρτησίας, μέσω σχετικής συνέντευξης που παραχώρησε. Η ελληνική πλευρά προχώρησε σε συνομιλίες με την τουρκική στο περιθώριο των συνόδων του ΝΑΤΟ, οι οποίες κατέληξαν στις συμφωνίες Λονδίνου και Ζυρίχης το 1959, που προέβλεπαν τη δεσμευμένη ανεξαρτησία της Κύπρου, με την εγγύηση της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Βρετανίας. Η Κύπρος έγινε ανεξάρτητη τον Οκτ. 1960 και ο Μακάριος τρία χρόνια αργότερα το 1963 προχώρησε στην καταγγελία των συμφωνιών, προτείνοντας δεκατρία σημεία αναθεώρησης του συντάγματος τα οποία περιόριζαν τους τουρκοκυπρίους στο καθεστώς της προστατευόμενης μειονότητας. Οι Τουρκοκύπριοι αντέδρασαν και σημειώθηκαν εκτεταμένες εθνοτικές ταραχές από παραστρατιωτικές ομάδες των δύο κοινοτήτων, απεστάλη ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ στο νησί και η Τουρκία απείλησε με εισβολή. Οι ΗΠΑ παρενέβησαν για επίλυση της διαφοράς μεταξύ δύο συμμαχικών χωρών στο ΝΑΤΟ και η Ελλάδα σε αντιστάθισμα των τουρκικών απειλών απέστειλε το 1964 μια Μεραρχία στο νησί υπό την ηγεσία του Γρίβα. Ενώ η Ελλάδα παρέμεινε σταθερά προσανατολισμένη προς το ΝΑΤΟ, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος αναζητούσε προστασία στο κίνημα των Αδεσμεύτων. Δεν δίστασε να προμηθευθεί οπλισμό από χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας και ήταν αντίθετος με την ένταξη της Κύπρου στην Ατλαντική Συμμαχία. Από τη στιγμή εκείνη η πολιτική των ΗΠΑ, λόγω της ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας της Τουρκίας όσο και του περιορισμού παρεμβάσεων από τη Σοβιετική Ένωση και την πιθανότητα μετατροπής της Κύπρου σε «Κούβα της Μεσογείου», είχε ως επιδίωξη την πολιτική επίλυση του θέματος μέσω της ένωσηw του νησιού με την Ελλάδα έναντι εδαφικής αποζημίωσης για την Τουρκία ή με «διπλή» ένωση, δηλαδή διανομή του εδάφους του νησιού μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Το 1967 υπεβλήθη από τις ΗΠΑ σχέδιο επίλυσης το επονομαζόμενο «Άτσεσον», από το ονοματεπώνυμο του συντάκτη, το οποίο απερρίφθη. Επειδή έχουν γραφεί πολλές αλήθειες αλλά και μύθοι για το υπόψη σχέδιο όπως η παραχώρηση του Καστελόριζου στην Τουρκία, η προσφυγή σε δύο πρωτογενείς πηγές παρέχει την απαραίτητη γνώση για να αποκομίσουμε μια αντικειμενική άποψη. Στην ίδια την επιστολή Άτσεσον προς τον Έλληνα πρωθυπουργό με ημερομηνία 20 Αυγούστου 1964 και στα αρχεία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αυτής της περιόδου. Την επιστολή έφερε στο φως ο πρέσβης ε.τ. Τζων Σωσσίδης με σημείωμα του στην εφημερίδα το «Βήμα» (Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2002) και τα σχετικά  αρχεία τα δημοσίευσε η εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», στις 19 Αυγούστου 2002. Από την επιστολή του Ν. Άτσεσον προς τον Γεώργιο Παπανδρέου δεν προκύπτει η ύπαρξη συγκεκριμένου σχεδίου, παρά οι σκέψεις του συντάκτη της κυρίως για το εδαφικό, όπως την παραχώρηση της Καρπασίας, όπου θα εγκαθίστατο μια στρατιωτική βάση της Τουρκίας παρόμοια με τις Βρετανικές βάσεις στο νησί. Στο πλαίσιο αυτών των προτάσεών της, η Ελληνική αντιπροσωπεία έθεσε και το θέμα των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και το καθεστώς της Ίμβρου και της Τενέδου, όμως σε καμία περίπτωση αυτές δεν αποτέλεσαν μέρος του σχεδίου. Από τα αρχεία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προκύπτει, πως και η Τουρκική αντιπροσωπεία κατέθεσε τις δικές της σκέψεις που προέβλεπαν εδαφικά ανταλλάγματα (Καστελόριζο) και τουρκική κυριότητα σε μια περιοχή που κάλυπτε το 28% περίπου της Κύπρου.

Νέα κρίση δημιουργήθηκε το Νοε. 1967 μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας με αφορμή τη στρατιωτική επιχείρηση της Εθνικής Φρουράς στον τουρκοκυπριακό θύλακα Κοφίνου-Αγίων Θεοδώρων και αποτέλεσε την αφετηρία μιας κρίσης που οδήγησε στα πρόθυρα ελληνοτουρκικού πολέμου. Στην αποκλιμάκωση διαδραμάτισαν καίριο ρόλο οι Αμερικανοί και η Τουρκία πείσθηκε να μην εισβάλει στην Κύπρο με αντάλλαγμα την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας. Ένα χρόνο αργότερα ξεκίνησαν διακοινοτικές συνομιλίες μεταξύ Γλαύκου Κληρίδη και Ραούφ Ντεκτάς. O Ντεκτάς αντιπροσώπευε την εθνικιστική πτέρυγα των τουρκοκυπρίων που προτιμούσαν τη διχοτόμηση και τον εθνοτικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων. Οι συνομιλίες δεν κατέληξαν σε αποτέλεσμα και εν τω μεταξύ το 1971 ο Γρίβας προχώρησε στη σύσταση της οργάνωσης ΕΟΚΑ Β΄ με στόχο την ανατροπή του Μακάριου και την επίτευξη της ένωσης. Η επικράτηση του Ιωαννίδη στην Αθήνα, μετά την ανατροπή του Παπαδόπουλου επιδείνωσε τις σχέσεις με το Μακάριο. Το πραξικόπημα που οργανώθηκε από την εθνοκυπριακή φρουρά με τη συμμετοχή ελλήνων αξιωματικών πιστών στον Ιωαννίδη στις 15 Ιουλ. 1974, για την ανατροπή του Μακάριου θα προσφέρει την ευκαιρία στην Τουρκία για να εισβάλει στη Μεγαλόνησο. Η ελληνοκυπριακή και η ελληνική πλευρά απασχολημένες από την εμφύλια διαμάχη που είχε ξεσπάσει στο νησί δεν φάνηκε να διαισθάνονται το θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε η Κύπρος ακόμα και όταν η τουρκική δύναμη είχε αποπλεύσει από τη Μερσίνα. Αποτέλεσμα η τραγική κατάληξη που γνωρίζουμε. Δυστυχώς 44 χρόνια μετά από την παράνομη εισβολή και κατοχή στην Κύπρο συζητάμε ακόμα για την επίλυση ενός θέματος, το οποίο καλύπτεται από μια διαρκή διεθνή ανεκτικότητα και παρανομία. Με την αναθεωρητική στρατηγική της Τουρκίας να αναβαθμίζεται καθημερινά οι εξελίξεις στην κυπριακή ΑΟΖ είναι ιδιαίτερα κρίσιμες και ανησυχητικές και ο ελληνισμός θα κληθεί στο ορατό μέλλον να κινηθεί σε πολύ δύσκολα και επικίνδυνα μονοπάτια. 

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης