ΣΕΒ: Οι προτεραιότητες των επιχειρήσεων την περίοδο 2019-2024 - Προστασία από το έμμεσο κόστος εκπομπών CO2

ΣΕΒ: Οι προτεραιότητες των επιχειρήσεων την περίοδο 2019-2024 - Προστασία από το έμμεσο κόστος εκπομπών CO2
Η Ευρώπη βρίσκεται σε σταυροδρόμι ως προς τις πολιτικές για την κλιματική αλλαγή και την ενέργεια
Στα πλαίσια της συνέντευξης Τύπου, ο ΣΕΒ παρέθεσε σειρά εισηγήσεων (δείτε τις όλες εδώ), ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγονται και οι εξής με ενεργειακό χαρακτήρα:
Αναμόρφωση των ενισχύσεων στην Εσωτερική Αγορά Ενέργειας, με τρόπο που να ενισχύεται η παραγωγή και να αντιμετωπίζονται χρόνιες παθογένειες, παράλληλα με χορήγηση της αντιστάθμισης, με τρόπο που θα διασφαλίζει προστασία από το έμμεσο κόστος εκπομπών CO2 και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας.
Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Αγορά είναι από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της ΕΕ και η κινητήριος δύναμη της ευρωπαϊκής οικονομίας. Δίνει τη δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης και ανοίγει νέες ευκαιρίες για πολίτες, εργαζόμενους, επιχειρήσεις και καταναλωτές. Ζητούμενο είναι η ολοκλήρωσή της με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη ιδιαίτερες ανησυχίες και προκλήσεις.
Για παράδειγμα, η ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς Κεφαλαίων θα δρομολογήσει καλύτερη χρηματοδότηση για επιχειρήσεις, ΜμΕ και έργα υποδομών, ενώ η κινητικότητα αυξάνει την αξιοποίηση των δεξιοτήτων.
Το ανεκμετάλλευτο δυναμικό της ενιαίας αγοράς υπολογίζεται ετησίως σε περίπου 4,5% του ΑΕΠ της ΕΕ, ή περίπου €613 δισ. Βήματα που αφορούν στην ολοκλήρωσή του, περιλαμβάνουν την άρση εμποδίων στο εμπόριο, πλήρη εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας και περισσότερο αποτελεσματικά εργαλεία. Στις μεταφορές, παρά την κομβική τους σημασία, για την ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει ανολοκλήρωτη και ευπαθής σε εξωτερικά σοκ. Η ολοκλήρωσή της και η άρση των υφιστάμενων εμποδίων μπορεί να εξοικονομήσει πάνω από €8δισ. ετησίως. Όμως, η μεγάλη πρόκληση έγκειται στην ισορροπία μεταξύ κόστους και ωφελειών της Ενιαίας Αγοράς κυρίως μέσα από την πλήρη εφαρμογή των κανόνων για ομοιόμορφη προστασία των καταναλωτών και των επιχειρήσεων.
Η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς θα επιτρέψει τη μείωση των διοικητικών βαρών για την είσοδο σε νέες αγορές και τη συμμετοχή σε ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας.
Όμως, η ύπαρξη του κοινού νομίσματος καθιστά το επιχειρηματικό περιβάλλον κάθε χώρας ως ακόμα πιο σημαντικό παράγοντα ανταγωνιστικότητας.  

Οι στόχοι περιλαμβάνουν:

Ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών για την απογείωση της βιομηχανίας και των επιχειρήσεων στην παγκόσμια οικονομία.
Κινητοποίηση επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες, βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, καλύτερη πρόσβαση σε αγορές και χρηματοδότηση ειδικά για τις ΜμΕ, και διασφάλιση πως οι εργαζόμενοι έχουν τις δεξιότητες που αναζητά η βιομηχανία.
Δημιουργία ένωσης κεφαλαιαγορών για τη διευκόλυνση της χρηματοδότησης, άντλησης κεφαλαίων και για να καταστεί ελκυστικότερος επενδυτικός προορισμός η Ευρώπη.
Παρότρυνση της κινητικότητας των εργαζομένων.
Αποφυγή του κοινωνικού dumping.
Κινητοποίηση συνεργασίας μεταξύ των φορολογικών διοικήσεων. 
Πρόοδο προς την υιοθέτηση CCTB και CCCTB που θα εξασφαλίσουν ότι η βάση φορολόγησης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων θα έχει ενιαία αντιμετώπιση σε όλα τα κράτη-μέλη.
Προώθηση φορολογικών οδηγιών που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της φορολογικής απάτης και την προσαρμογή στις πραγματικότητες της ψηφιακής οικονομίας (Οριστική Οδηγία περί ΦΠΑ, φορολόγηση ψηφιακής οικονομίας).

Γιατί έχει σημασία;

Η Ενιαία Αγορά αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά εγχειρήματα της ΕΕ και το αναπτυξιακό κοίτασμα του παραγωγικού της δυναμικού.
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ενιαία αγορά στον πλανήτη 500 εκατ. πολιτών που διέπεται από αυστηρά, ενιαία, καταναλωτικά και περιβαλλοντικά πρότυπα, που επιτρέπει σε εταιρείες να δραστηριοποιούνται απρόσκοπτα σε άλλες χώρες μέλη της ΕΕ/ΕΟΧ, εγγυάται πιο ελκυστικές τιμές για τους πολίτες και ανάγει την Ευρώπη σε ελκυστικό επενδυτικό προορισμό για άμεσες ξένες επενδύσεις.
Η ενίσχυση του ανταγωνισμού και η κατάργηση του κρατικού παρεμβατισμού αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί κινητήριο δύναμη για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και της ικανότητάς τους να επικρατούν στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. 

Γιατί μας αφορά;

Ώστε να ανακοπεί η συνεχιζόμενη απόκλιση της Ελλάδας από πλήθος συστάσεων και κανόνων της Ενιαίας Αγοράς που είναι δυσμενείς για τις ελληνικές επιχειρήσεις καθώς αυξάνει τα κόστη των ελληνικών επιχειρήσεων και υπονομεύει την ικανότητα μετασχηματισμού τους. Παράλληλα, υποσκάπτει την ανταγωνιστικότητα, καθώς ο ανταγωνισμός εντός Ενιαίας Αγοράς αφορά κράτη-μέλη με πολύ πιο ολοκληρωμένη εδραίωση των υποχρεώσεων και προτερημάτων της, προς όφελος των επιχειρήσεών τους.
Για βελτίωση κάθε δυνατότητας πρόσβασης των επιχειρήσεων όλων των μεγεθών σε όλη την ενιαία αγορά, συμμετοχή τους σε ευρωπαϊκές παραγωγικές αλυσίδες και αντιμετώπιση κρουσμάτων αθέμιτου ανταγωνισμού.
Για περαιτέρω εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς και αντιμετώπιση κρουσμάτων προστατευτισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Για πρόοδο στην ενιαία αγορά υπηρεσιών. Παρότι οι υπηρεσίες αντιπροσωπεύουν το 73,3% της απασχόλησης στην ΕΕ και πάνω από το 60% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, η ενιαία αγορά για υπηρεσίες παραμένει, στην πράξη, κατακερματισμένη, στερώντας τουλάχιστον 2% από το ευρωπαϊκό ΑΕΠ.
Γιατί είναι δύσκολο για μια χώρα, οι μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις της να ανταπεξέλθουν μακροπρόθεσμα στον εντεινόμενο παγκόσμιο ανταγωνισμό, χωρίς την ευχέρεια απρόσκοπτης πρόσβασης σε μια μεγάλη ενιαία αγορά. Είναι εξαιρετικά σημαντικό, η εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς να μπει εκ νέου στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια της επόμενης νομοθετικής περιόδου.
Γιατί η Ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από αγορές με χαμηλή ένταση ανταγωνισμού και υψηλά ρυθμιστικά εμπόδια εισόδου επιχειρήσεων, ενώ και οι ελληνικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν τεχνητά εμπόδια εισόδου σε νέες αγορές εντός ΕΕ. Η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων (και ειδικά των ΜμΕ) αποκλίνει από την ΕΕ. Το ελληνικό ρυθμιστικό περιβάλλον υστερεί, και λόγω αποχής από πλήθος συστάσεων και κανόνων που ισχύουν στην Ευρώπη. Τα χαρακτηριστικά αυτά επιβαρύνουν με κόστη τις ελληνικές επιχειρήσεις και υπονομεύουν την ικανότητα ανταγωνιστικής πρόσβασης στην ενιαία αγορά.
Γιατί το εκκολαπτόμενο ευρωπαϊκό φορολογικό πλαίσιο αγγίζει ζητήματα για τα οποία το ελληνικό φορολογικό πλαίσιο δεν είναι προσαρμοσμένο, με αποτέλεσμα να προσδίδει συστηματικά ανταγωνιστικό μειονέκτημα στις επιχειρήσεις.
Γιατί μπορεί να επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό τις αποφάσεις επενδυτών για εγκατάσταση ή όχι σε ένα κράτος-μέλος.

Τι μπορούμε να διεκδικήσουμε;
Ολοκλήρωση και εμβάθυνση της Ενιαίας Αγοράς σε όλα τα επίπεδα (προϊόντων, υπηρεσιών, προσώπων, κεφαλαίων).
Διευκόλυνση της πρόσβασης των ΜμΕ σε αυτήν.
Στήριξη των ελληνικών επιχειρήσεων για να διασφαλιστεί η ισότιμη συμμετοχή τους σε διεθνείς παραγωγικές αλυσίδες, μέσα από επενδύσεις στις υποδομές, ενίσχυση της τυποποίησης και των προτύπων.
Ταχύτερη ολοκλήρωση και διεύρυνση των ευρωπαϊκών υποδομών Διευρωπαϊκών Δικτύων (ΤΕΝ) που μειώνουν το κόστος μεταφοράς, τα ενεργειακά κόστη, κλπ. για τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Άρση των εμποδίων εισόδου σε επιμέρους ευρωπαϊκές αγορές που εξακολουθούν να παραμένουν για τη διευκόλυνση των εξαγωγών των ελληνικών επιχειρήσεων.
Ενίσχυση του ελέγχου συμμόρφωσης με τους κανόνες ασφάλειας των προϊόντων για τη θωράκιση των επιχειρήσεων/προϊόντων από τη νόθευση ανταγωνισμού τρίτων χωρών και τη διακίνηση προϊόντων υποδεέστερης ποιότητας.
Διαμόρφωση των φορολογικών Οδηγιών με τρόπο που να διασφαλίζουν συνολικά τη βελτίωση του φορολογικού πλαισίου, σε σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις που λειτουργούν και επενδύουν στην Ελλάδα. 

Προστασία από τον κίνδυνο «διαρροής άνθρακα», δηλαδή έκθεση σε ανταγωνισμό από χώρες και επιχειρήσεις χωρίς αντίστοιχες περιβαλλοντικές υποχρεώσεις, παράλληλα με εισαγωγή παγκόσμιων μηχανισμών τιμολόγησης με κατεύθυνση την εναρμόνιση, και δημιουργία παγκόσμιας τιμής άνθρακα.

Η Ευρώπη βρίσκεται σε σταυροδρόμι ως προς τις πολιτικές για την κλιματική αλλαγή και την ενέργεια. Υφίσταται μεγάλες προκλήσεις από την εξάρτηση στις εισαγωγές ενέργειας, και την ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής με περιορισμένο προϋπολογισμό. Όμως, η ενέργεια είναι η ραχοκοκαλιά της βιομηχανίας.
Έχει γίνει σημαντική πρόοδος ως προς τους στόχους της στρατηγικής 2020, αλλά αυτή ήταν και ανισομερής, καθώς δεν έχει επιτευχθεί ο στόχος ως προς τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, αντίθετα με τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου και την αύξηση των ΑΠΕ που κινούνται ικανοποιητικά.
Με συνεχιζόμενα εμπόδια στο πλαίσιο της ολοκλήρωσης της ενιαίας αγοράς, έλλειψη συντονισμού των εθνικών πολιτικών και απουσία ενιαίας αντιμετώπισης των χωρών εκτός ΕΕ, δυσχεραίνεται η πρόοδος προς μια ευρωπαϊκή πολιτική ενέργειας με χαμηλές τιμές και ασφάλεια εφοδιασμού. Αυτή την έλλειψη την πληρώνουν καταναλωτές και επιχειρήσεις, και σήμερα οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη είναι 30% υψηλότερες από τις ΗΠΑ και αυτές του φυσικού αερίου υπερδιπλάσιες. Η Ελλάδα εν τω μεταξύ έχει από τις υψηλότερες τιμές εντός ΕΕ.
Ο σχεδιασμός των πολιτικών για την μετά-2020 εποχή πρέπει να συμβαδίζει με τον δεδηλωμένο στόχο της μείωσης κατά 80%-95% των αερίων θερμοκηπίου, σε σχέση με το 1990, μέχρι το 2050.

Σύμφωνα με την ερευνητική υπηρεσία του ΕΚ που μέτρησε το κόστος της «Μη-Ευρώπης» το 2019, τα πιθανά οικονομικά οφέλη μιας ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας ανέρχονται σε €250δισ. τον χρόνο. Γιατί έχει σημασία;

Γιατί η ενεργειακή επάρκεια, η ασφάλεια εφοδιασμού, οι ανταγωνιστικές τιμές μέσω απελευθέρωσης των αγορών, χρειάζονται ένα ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο που θέτει προϋποθέσεις ταχείας βιομηχανικής ανάπτυξης και τη δημιουργία μιας γνήσιας ενιαίας αγοράς ενέργειας στην Ευρώπη.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τα προσεχή χρόνια, θα πάρει αποφάσεις που θα επηρεάσουν τις κρατικές ενισχύσεις, το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας ρύπων, την Οδηγία για τη φορολογία στην Ενέργεια και το πλαίσιο για την αγορά φυσικού αερίου.
Η αντιστάθμιση μειώνει σημαντικά το ενεργειακό κόστος για την ελληνική βιομηχανία, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητά της και συμβάλλοντας στη διασφάλιση της επιβίωσης κρίσιμων κλάδων.
Οι σχετικές προβλέψεις διέπουν τη λειτουργία των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου στη χώρα μας.

Γιατί μας αφορά; 
Γιατί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, αλλά ακόμα περισσότερο της ελληνικής μεταποίησης περνάει μέσα από την ανταγωνιστικότητα του ενεργειακού κόστους. Σήμερα το ενεργειακό κόστος της ΕΕ είναι κατά κανόνα υψηλότερο σε σχέση με τις περισσότερες οικονομίες του G206 . Στην Ελλάδα, είναι 30% υψηλότερο από την ΕΕ.
Γιατί η τιμή των ρύπων (CO2) έχει αυξηθεί ραγδαία το τελευταίο διάστημα (από ~7€ ανά δικαίωμα στις αρχές του 2018 σε ~25€ ανά δικαίωμα σήμερα). Το γεγονός αυτό επιφέρει αντίστοιχη επιβάρυνση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, δεδομένου ότι οι παραγωγοί (που υποχρεούνται να παραδώσουν ένα δικαίωμα για κάθε τόνο CO2 που εκπέμπουν), μετακυλούν το επιπλέον κόστος στην κατανάλωση.
Γιατί χωρίς επαρκή αντιστάθμιση, οι ελληνικές βιομηχανίες κινδυνεύουν άμεσα με απώλεια ανταγωνιστικότητας απέναντι στις εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε περιοχές του κόσμου όπου δεν υπάρχει αντίστοιχο κόστος ρύπων. Επομένως, κρίνεται το μέλλον της ελληνικής βιομηχανίας, η οποία συνεισφέρει στο ΑΕΠ της χώρας, δημιουργεί θέσεις εργασίας, κλπ.  Γιατί η σωστή ανάπτυξη του ανταγωνισμού στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, οδηγεί στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τις επιχειρήσεις και ενισχύει την ανταγωνιστικότητά τους.
Για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού παραγωγικού δυναμικού, όπου το κόστος ενέργειας είναι 30% περισσότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας συνεισφέρει στη διατήρηση των υφιστάμενων θέσεων εργασίας, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, κλπ.
Γιατί η σωστή ανάπτυξη του ανταγωνισμού στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, θα οδηγήσει στη μείωση του ενεργειακού κόστους για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Τι μπορούμε να διεκδικήσουμε;

Ισότιμη συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό σύστημα και δίκτυα.
Ταχύτερη και πληρέστερη εφαρμογή ευρωπαϊκών Οδηγιών.
Αναμόρφωση των ενισχύσεων με τρόπο που να ενισχύεται η παραγωγή και να αντιμετωπίζονται χρόνιες παθογένειες.
Δεδομένου ότι καταρτίζονται οι κατευθυντήριες γραμμές που θα διέπουν τη χορήγηση της αντιστάθμισης για την περίοδο 2021-2030, δηλαδή το επίπεδο της αντιστάθμισης, τις βιομηχανίες που θα είναι επιλέξιμες κλπ., πρέπει να διασφαλίσουμε:

1) Ότι οι ελληνικές βιομηχανίες που έχουν την ανάγκη προστασίας από το έμμεσο κόστος εκπομπών CO2 θα είναι επιλέξιμες για τη χορήγηση της αντιστάθμισης.
2) Ότι το επίπεδο της αντιστάθμισης θα είναι επαρκές για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας.

Δεδομένου ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των αγορών ενέργειας σε διαφορετικά κράτη-μέλη της ΕΕ (ενεργειακό μείγμα, διασυνδέσεις, κλπ.), το ρυθμιστικό πλαίσιο θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ελληνική πραγματικότητα, έτσι ώστε να μπορεί να επιφέρει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.
Επιτάχυνση της συμπλήρωσης και δημιουργίας δικτύων, ειδικά στις εθνικές και διεθνείς διασυνδέσεις, με έμφαση στις περιφέρειες στις οποίες καταγράφονται σημαντικές αδυναμίες, που θα υποστηρίξουν την ταχεία μετάβαση προς μια ενεργειακά πιο αποδοτική οικονομία, η οποία θα έχει πρόσβαση σε καθαρή ενέργεια με ανταγωνιστικό κόστος. 
 
www.worldenergynews.gr

worldenergynews.gr