Μ. Γραφάκος: Πέπλο κρατισμού στη ΔΕΗ, την οδηγεί σε απαξίωση

Μ. Γραφάκος: Πέπλο κρατισμού στη ΔΕΗ, την οδηγεί σε απαξίωση
Είναι ώρα να ξεφύγει η ΔΕΗ από τις παθογένειες του κρατισμού
Η μετοχή της ΔΕΗ στις 23 Ιανουαρίου του 2015 (εκλογές και ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ) ήταν στα € 5,63. Στις 3 Αυγούστου του 2015 (επαναλειτουργία του Χρηματιστηρίου μετά την υποχρεωτική αργία λόγω της επιβολής των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων), είχε υποχωρήσει στα € 3,66. Την ημέρα της ηρωικής «εξόδου από τα μνημόνια» (20/8/2018), είχε αισίως φθάσει τα € 1,64.
Η χθεσινή τιμή διαπραγμάτευσης ήταν πιά στα € 1,312.
Η ΔΕΗ, δυνητικά αναπτυξιακός πυλώνας της Ελληνικής οικονομίας, ζει την εποχή του ΣΥΡΙΖΑ το δικό της δράμα, ζει τον κρατισμό σε όλο του το μεγαλείο. Λόγω όμως της θέσης της στην οικονομία, η κατάρρευσή της επηρεάζει το σύνολο των πολιτών – ακόμη και αυτούς που έχουν προσφύγει σε εναλλακτικούς παρόχους και θέτει σε κίνδυνο την ενεργειακή επάρκεια της χώρας.
Πώς φθάσαμε ως εδώ, και τί λοιπόν σημαίνει αυτό για όλους εμάς; Η ΔΕΗ και η Ελληνική πολιτεία έχουν καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, και έχει υποχρεωθεί να μειώσει το μερίδιό της σε παραγωγή και προμήθεια ρεύματος κάτω από το 50% έως το τέλος του 2019. Οι στόχοι αυτοί έχουν τεθεί εδώ και καιρό, και πάντως σίγουρα με την τελεσίδικη δικαστική απόφαση του 2016. Παράλληλα, με βάση τις δεσμεύσεις για το κλίμα και την «αποανθρακοποίηση» που επιδιώκεται παγκοσμίως, οι παλιές μέθοδοι παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη εγκαταλείπονται σταδιακά, προς όφελος καθαρότερων μορφών παραγωγής. Ήδη, η Γερμανία ανακοίνωσε την εγκατάλειψη του άνθρακα για το 2038.
Η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, βλέποντας τις εξελίξεις παγκοσμίως, είχε δρομολογήσει την πώληση πακέτου υδροηλεκτρικών και λιγνιτικών μονάδων («μικρή ΔΕΗ»), μαζί με στόχο την προσέλκυση ενδιαφέροντος από επενδυτές. Ο ΣΥΡΙΖΑ, με καθυστέρηση και «πόνο ψυχής», επιχειρεί να πουλήσει μόνο τις λινγνιτικές μονάδες της Μελίτης και της Μεγαλόπολης, τις οποίες αποτιμά στα 153 και 147 εκατομμύρια ευρώ αντιστοίχως. Παράλληλα βεβαίως, σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα,  προβλέπεται ο περιορισμός στο 17% του ενεργειακού μείγματος της χρήσης λιγνίτη το 2030, από το περίπου 36% που είναι σήμερα.
Δεν εκπλήσσει λοιπόν η κατάρρευση του διαγωνισμού. Η αβεβαιότητα μεγαλώνει.
Ωστόσο, οι εξελίξεις δεν περιμένουν την κυβέρνηση να αποφασίσει: Οι πωλήσεις με τον μηχανισμό των ΝΟΜΕ, που στόχο έχουν την μείωση του μεριδίου της ΔΕΗ στην αγορά, αναγκάζουν την εταιρεία να πουλά ακόμη και κάτω του κόστους. Η εθελουσία που είχε επιχειρηθεί καταλήγει σε αποτυχία, επιβαρύνοντας τον ισολογισμό, η ΔΕΗ υποχρεώνεται να μειώνει το μερίδιό της διατηρώντας πολύ υψηλά τα λειτουργικά κόστη. Αναζητούνται μέθοδοι παράκαμψης της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας, και ελπίζουμε στην μείωση των τιμών εκπομπών CO2! Για άλλη μια φορά δηλαδή, η κυβέρνηση απαξιώνει την ΔΕΗ και βεβαίως αγνοεί το συμφέρον των Ελλήνων για καθαρό περιβάλλον και φθηνή ενέργεια, προκειμένου να διατηρήσει το παρωχημένο λιγνιτικό μοντέλο ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα. Η εταιρεία καταρρέει, δυσκολεύεται να πληρώσει υπαλλήλους και προμηθευτές, και διατηρεί τα τιμολόγια -ειδικά για την βιομηχανία, που υπόκειται στον διεθνή ανταγωνισμό-  πολύ υψηλά. Παράλληλα, πρόσφατα διέρρευσε η πιθανότητα μείωσης της έκπτωσης 15% που παρέχεται στους συνεπείς καταναλωτές.
Η Νέα Δημοκρατία εκτιμά την εγκληματική αδιαφορία της Κυβέρνησης στα € 3,2-4,1 δισεκατομμύρια και έχει από νωρίς κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου. Η εξυγίανση και η αναδιάρθρωση, για την βελτίωση της παραγωγικότητας και την ανάδειξη των ικανοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού της ΔΕΗ είναι προϋποθέσεις για την λειτουργία με ανταγωνιστικούς όρους και την προσέλκυση στρατηγικού επενδυτή. Συγχρόνως, πρέπει να διασφαλιστεί το μέλλον των υπαλλήλων της εταιρείας και του οικοσυστήματος που έχει αναπτυχθεί στις περιοχές παραγωγούς, με σχέδιο δράσης για την αναπλήρωση των θέσεων εργασίας που θα χαθούν, και τον περιορισμό της ανασφάλειας και της δικαιολογημένης δυσπιστίας των εργαζομένων και των κατοίκων.
Η ολοκλήρωση των διασυνδέσεων των νησιών θα περιορίσει τις δαπάνες για ΥΚΩ και θα περιορίσει τις αυξήσεις στα τιμολόγια. Τέλος, με την εκπόνηση ενός εθνικού δεσμευτικού μακροπρόθεσμου ενεργειακού σχεδιασμού, θα δημιουργηθεί περιβάλλον εμπιστοσύνης για τις απαραίτητες επενδύσεις.
Είναι ώρα για αποφάσεις, πριν είναι πολύ αργά. Είναι ώρα να ξεφύγει η ΔΕΗ από τις παθογένειες του κρατισμού.

(*)Ο κ. Γραφάκος είναι Οικονομολόγος με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ), στην Τραπεζική και στον Τουρισμό, υποψήφιος διδάκτορας. Υποψήφιος Βουλευτής Νέας Δημοκρατίας στον Βόρειο Τομέα Αθηνών.

www.worldenergynews.gr