Κάτω του ευρωπαϊκού στόχου η κατανάλωση βιοκαυσίμων στην Ελλάδα – Στα 132.000 χιλιόλιτρα η περσυνή παραγωγή

Κάτω του ευρωπαϊκού στόχου η κατανάλωση βιοκαυσίμων στην Ελλάδα –  Στα 132.000 χιλιόλιτρα η περσυνή παραγωγή
Η διείσδυση των βιοκαυσίμων στην ελληνική αγορά παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, υπολειπόμενη σημαντικά σε σχέση με την κατανάλωση που καταγράφεται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες
Μειωμένη κατά 5,7% ήταν πέρυσι η παραγωγή βιοκαυσίμων στη χώρα μας, η οποία υστερεί σημαντικά σε ότι αφορά στην κατανάλωση τους τόσο σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες όσο και σε σχέση με τους στόχους που έχουν τεθεί από την Ε.Ε.
Ειδικότερα, σύμφωνα με μελέτη της εταιρίας IBHS που εκπονήθηκε από τον Economic Research & Sectorial Studies Analyst Αλέξη Νικολαΐδη, το 2016 η παραγωγή βάση της σχετικής κατανομής ανήλθε σε 132.000 χιλιόλιτρα από 23 δικαιούχους (16 παραγωγικές μονάδες και 7 εισαγωγικές εταιρείες) έναντι 140.000 χιλιολίτρων βιοντίζελ που κατανεμήθηκαν το 2015 σε 18 δικαιούχους (13 παραγωγικές εταιρείες και 5 εισαγωγικές).
Όπως αναφέρεται στη μελέτη, ο όγκος παραγωγής ενισχύθηκε σταδιακά από το 2005 όταν ξεκίνησε στην ελληνική αγορά η διάθεση βιοντίζελ, όχι όμως σε τέτοιο βαθμό που να επιτευχθούν οι στόχοι που καθόρισε η ευρωπαϊκή πολιτική μιας και  οι ποσότητες που εν τέλει διατέθηκαν ήταν μικρότερες από τις αρχικές προβλέψεις.
Έτσι, υστέρηση παρατηρήθηκε σε όλα τα χρόνια λειτουργίας της αγοράς μέχρι τώρα, ενώ δεν καλύφθηκε και το όριο του 5,75% που είχε τεθεί για το 2010.
Η μείωση όσον αφορά στην περσυνή παραγωγή οφείλεται βασικά στην επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών που, σύμφωνα πάντα με τη μελέτη, δεν αφήνει αισιοδοξία για περαιτέρω βελτίωση της κατανάλωσης στο πετρέλαιο κίνησης.
Η ποσοστιαία συμμετοχή των εισαγωγών στην κατανομή βιοντίζελ εμφανίζει διαχρονικά σημαντικές διακυμάνσεις.
Αρχικά οι ποσότητες εισαγωγής ήταν περιορισμένες, ωστόσο έως το 2009 κατέγραφαν σημαντική άνοδο, φτάνοντας να αποτελούν το 11% του συνολικού εγκριθέντος όγκου.
Ακολούθως, σημειώθηκε τάση υποχώρησης, ιδίως μετά το 2012, με τη συμμετοχή τους στη συνολική ποσότητα να διαμορφώνεται το 2015 σε 7,1% και πέρυσι σε μόλις 4,8%.
Η μελέτη αναφέρει πως από το συνολικό όγκο κατανομής του 2015, το 66% καθορίστηκε να παραδοθεί στα Ελληνικά Πετρέλαια (91.840 χιλιόλιτρα), ενώ το υπόλοιπο 34% στη Motor Oil.
Τα ποσοστά αυτά ισχύουν και για τις μηνιαίες παραδόσεις για κάθε εταιρεία προς τους ομίλους διύλισης.
Σε ότι αφορά στην κατανομή της παραγωγής για το 2016, αυτή δεν παρουσιάζει σημαντική διαφοροποίηση σε ότι αφορά στις πέντε εταιρείες στις οποίες κατανέμονται οι μεγαλύτερες ποσότητες.
Έτσι, η Agroinvest βρίσκεται στην πρώτη θέση με 33.143 χιλιόλιτρα (μερίδιο 25% επί του συνόλου) και ακολουθούν οι επιχειρήσεις Παύλος Ν. Πέττας με 24.216 χιλιόλιτρα, GF Energy με 14.382 χιλιόλιτρα, Newenergy με 13.171 χιλιόλιτρα και ΕΛΙΝ Βιοκαύσιμα με 11.415 χιλιόλιτρα.

Οι ελληνικές ενεργειακές καλλιέργειες

Για την παραγωγή βιοντίζελ στην Ελλάδα καλλιεργούνται κυρίως ηλίανθος και ελαιοκράμβη.
Οι καλλιέργειες βρίσκονται κυρίως σε περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης.
Αν και οι εκτάσεις με τις συγκεκριμένες καλλιέργειες έχουν αυξηθεί, εντούτοις -  όπως αναφέρει η μελέτη - δεν έχουν φτάσει σε βαθμό που να επιτρέπει την κάλυψη των στόχων που έχουν τεθεί από την Ε.Ε.
Κι αυτό συμβαίνει καθώς οι επιδοτήσεις που παρέχονταν τα προηγούμενα χρόνια δεν θεωρούνταν ιδιαίτερα ελκυστικές.
Χαρακτηριστικά, αναφέρεται πως το 2011 καλλιεργούνταν 680.000 στρέμματα ηλίανθου και περίπου 100.000 στρέμματα ελαιοκράμβης, ενώ για να καλυφθούν οι ποσότητες – στόχοι θα έπρεπε να καλλιεργούνταν περί τα 2,4 εκατομμύρια στρέμματα ηλιάνθου ή 2 εκατομμύρια στρέμματα ελαιοκράμβης ή 4 εκατομμύρια  στρέμματα σόγιας σε ετήσια βάση για το βιοντίζελ, καθώς και 560.000 στρέμματα γλυκού σόργου ή 2 εκ. στρέμματα σιτηρών ή 1,2 εκ. στρέμματα αραβοσίτου ή 843.000 στρέμματα τεύτλων για τη βιοαιθανόλη.
Το 2015 οι εκτάσεις ηλίανθου έφτασαν στο ανώτερο ιστορικά επίπεδο των 850.000 στρεμμάτων, με το 50% αυτών να βρίσκεται στο νομό Έβρου, ενώ μικρότερες εκτάσεις εντοπίζονται στους νομούς Σερρών, Ξάνθης και Δράμας.
Στις εκτάσεις αυτές προστέθηκαν περίπου 80.000 στρέμματα λόγω απώλειας σπορών από σιτάρι.
Όσον αφορά την ελαιοκράμβη, το προηγούμενο έτος οι εκτάσεις ήταν 45.000 -50.000 στρέμματα.
Έτσι, η μεγαλύτερη ποσότητα των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βιοκαυσίμων στην Ελλάδα είναι εισαγόμενα λάδια (κυρίως σογιέλαιο και κραμβέλαιο) από διάφορες χώρες εντός και εκτός Ε.Ε.

Καθυστερήσεις που στοιχίζουν  

Σύμφωνα με την έρευνα η διείσδυση των βιοκαυσίμων στην ελληνική αγορά παραμένει σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς οι ποσότητες που έχουν απορροφηθεί υπολείπονται σημαντικά σε σχέση με τις κατανεμημένες, με συνέπεια να μην έχουν επιτευχθεί οι καθοριζόμενοι από την Ε.Ε. στόχοι.
Έτσι, το βιοντίζελ που καταναλώνεται αποτελεί ένα μικρό μόνο ποσοστό επί της συνολικής κατανάλωσης πετρελαίου κίνησης.
Οι αιτίες για την υστέρηση αυτή εντοπίζονται κυρίως σε στρεβλώσεις και καθυστερήσεις προηγούμενων ετών.
Ειδικότερα έχουν παρατηρηθεί επαναλαμβανόμενες καθυστερήσεις αναφορικά με την έκδοση προσκλήσεων και αποφάσεων κατανομής βιοντίζελ, με συνέπεια ο εφοδιασμός να γίνεται είτε βάσει κατανομών του προηγούμενου έτους, είτε με μια άτυπη προσωρινή ποσόστωση.
Επιπλέον, οι αποκλίσεις οφείλονται και σε περιπτώσεις αδυναμίας ορισμένων εταιρειών να ολοκληρώσουν έγκαιρα τις παραδόσεις τους προς τα διυλιστήρια.
Παράλληλα, δεν υφίσταται αποτελεσματικός έλεγχος αναφορικά με την υποχρέωση ανάμιξης βιοντίζελ με το πετρέλαιο κίνησης που εισάγεται από τις εταιρείες εμπορίας.
Συνεπώς, στην αγορά διατίθενται ποσότητες πετρελαίου κίνησης χωρίς να περιέχουν βιοντίζελ, ενώ προκύπτει και αθέμιτος ανταγωνισμός εις βάρος των ομίλων διύλισης, οι οποίοι επωμίζονται το αυξημένο κόστος ανάμιξης.
Εξάλλου, η ύφεση της ελληνικής οικονομίας από το 2009 και μετά είχε σαν συνέπεια την αποθάρρυνση του επενδυτικού ενδιαφέροντος για είσοδο στον κλάδο, με συνέπεια η αγορά να μην παρουσιάζει την ανάπτυξη άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Στην έκθεση της ΙΒΗS αναφέρεται, επίσης, πως οι εκτάσεις των ενεργειακών καλλιεργειών στην Ελλάδα, αν και έχουν αυξηθεί, εν τούτοις δεν επαρκούν ακόμα ώστε να στηρίξουν σε σημαντικό βαθμό την εγχώρια παραγωγή βιοκαυσίμων, με συνέπεια να εισάγονται φθηνές πρώτες ύλες (κυρίως έλαια) από το εξωτερικό.
Κυριότερες αιτίες για την υστέρηση αυτή αποτελούν η χαμηλή αξιοποίηση του παραγωγικού δυναμικού των εγχώριων εγκαταστάσεων μεταποίησης, οι μη ελκυστικές επιδοτήσεις (κατάργηση της ειδικής ενίσχυσης) και η ελλιπής ενημέρωση των αγροτών.
Επίσης, οι αρμόδιες αρχές έδωσαν προτεραιότητα στα υγρά και όχι στα στερεά βιοκαύσιμα, για την παραγωγή των οποίων απαιτείται καλλιέργεια πολυετών ενεργειακών φυτών.

www.worldenergynews.gr